Loading...

“Η Βιολέτα Πήγε Στον Ουρανό” του Αντρές Γούντ

Σκηνοθέτης: Andrés Wood

Σεναριογράφος: Eliseo Altunaga

Είδος: Βιογραφική

Γλώσσα: Ισπανικά

Διάρκεια: 110 λεπτά

Πρωταγωνιστούν: Francisca Gavilán, Thomas Durand. Christian Quevedo, Gabriela Aguilera, Roberto Farías, Stephania Barbagelata

Μια ταινία γεμάτη από το μουσικό της έργο, τις αναμνήσεις, τις αγάπες και τις ελπίδες της Βιολέτα Πάρρα

Μία σκληρή και έντονη γροθιά συναισθήματος που θα σας κάνει να προσπαθείτε να συγκρατήσετε τα δάκρυά σας.

Μια Θαυμάσια και μαγική κινηματογραφία, με νατουραλιστικές αναπαραστάσεις ενός “μύθου” που άφησε ιστορία στην πολιτιστική ζωή της Χιλής

Ηταινία σκιαγραφεί το πορτραίτο της διάσημης Χιλιανής τραγουδίστριας Βιολέτα Πάρρα και είναι γεμάτη από το μουσικό της έργο, τις αναμνήσεις, τις αγάπες και τις ελπίδες της.
ΗΗ σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από τη ματιά του ανεξάρτητου σινεμά είναι ο σταθερός προσανατολισμός των «Ανοιχτών Οριζόντων» στο 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που πραγματοποιήθηκε από τις 2 ως τις 11 Νοεμβρίου του 2012 όπου μία από τις συμμετοχές ήταν και η εν λόγω ταινία.

Ο Αντρές Γουντ στο «Η Βιολέτα πήγε στον ουρανό» σκιαγραφεί με ευαισθησία και ζωντάνια τη συναρπαστική προσωπικότητα της διάσημης χιλιανής καλλιτέχνιδας Βιολέτα Πάρα. Το «Violeta Went to Heaven» («Violeta se Fue a Los Cielos»), χιλιανής παραγωγής, σε σκηνοθεσία του Αντρές Γουντ («Machuca») υπήρξε ο μεγάλος θριαμβευτής του 22ου Ιβηροαμερικάνικου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Φορταλέζα στην βορειοανατολική Βραζιλία, κερδίζοντας τρία βραβεία: το μεγάλο βραβείο για την καλύτερη ταινία (Golden Mucuripe) που συνοδεύεται από 10.000 δολάρια, το βραβείο σεναρίου για τους Γουντ, Ελισέο Αλτουνάγκα, Ροντρίγκο Μπαζάες, Γκιγιέρμο Καλντερόν και το βραβείο καλύτερου μοντάζ για τον Αντρέα Τσινιόλι. Τις διεθνείς πωλήσεις του φιλμ χειρίζεται η Latido, ενώ η ταινία βγήκε στις αίθουσες της Βραζιλίας (με 12 κόπιες) στις 22 Ιουνίου από την εταιρεία διανομής του Ζαν-Τόμας Μπερναντίνι, Imovision.

H ταινία που έκανε την πρεμιέρα της νωρίτερα μέσα στο 2012 στο Φεστιβάλ του Σάντανς, όπου και κέρδισε το μεγάλο βραβείο της επιτροπής, σκιαγραφεί το πορτρέτο της διάσημης για την πολιτική της δράση τραγουδίστριας Βιολέτα Πάρα (1917-1967) που στην ταινία υποδύεται εξαιρετικά η Χιλιανή θεατρική ηθοποιός Γκαμπριέλα Αγκουιλέρα.

Ηέντονη, αξιοσημείωτη ζωή της χιλιανής τραγουδίστριας-συνθέτριας Violeta Parra διερευνάται με ευαισθησία και εξαιρετική ελαφρότητα της αφής στην ταινία του Andres Wood “Violeta Went to Heaven”. Τον βασικό ρόλο υποδύεται η Francisca Gavilan, αυτό το πορτραίτο με την όμορφη οπτική κινείται κομψά μπροστά και πίσω στον χρόνο για να ζωγραφίσει τη ζωή μιας γυναίκας η οποία διαρκώς πάλευε να βρει τη θέση της. Η πρόταση της Χιλής για τα Όσκαρ επαναλαμβάνει μία τρομερή προσθήκη στο ήδη στέρεο έργο του Wood, και ακόμα και αν το Χιλιανό του θέμα είναι μάλλον απίθανο να το αποτρέψει από το επακόλουθο έργο του Wood, “Machuca” να εισέλθει σε υπεράκτιους οίκους τέχνης.

Αν και αναπόφευκτα θα ληφθεί κάποια ποιητική άδεια, η ταινία βασίζεται στην ίδια τη ζωή της Parra που δομείται γύρω από μία συνέντευξη που έδωσε η τραγουδίστρια στην τηλεόραση το 1962.

Μεγαλωμένη στην φτώχεια στην νότια Χιλή ως κόρη ενός αλκοολικού σχολικού δασκάλου ονόματι Nicanor (Christian Quevedo), η Parra ήταν ένα πνευματώδες παιδί από την αρχή. Ως ενήλικη, ήταν βαθιά ρομαντική και βαθιά πολιτευόμενη, έγραφε τραγούδια που θα μπορούσαν να είναι οδυνηρά λυρικά ή να υπερασπίζονται έντονα τους καταπιεσμένους.

Σημαντικά γεγονότα που παρουσιάζονται δείχνουν τα ταξίδια της Parra μέσα από τα βουνά των Άνδεων δίνοντας παραστάσεις ως ντουέτο μαζί με την αδερφή της, την επίσκεψή της σε ένα γέρο άντρα στην ύπαιθρο από τον οποίο θέλει να μάθει τραγούδια, ο οποίος της αρνείται να τραγουδήσει εξαιτίας του θανάτου του εγγονού του, το ταξίδι της στο Φεστιβάλ Νέων στην Πολωνία, απ΄όπου επιστρέφει για να βρει την ενός έτους κόρη της να έχει πεθάνει από πνευμονία, τον χρόνο της στο Παρίσι, όπου έκθεσε τη δουλειά της στο Λούβρο, τη θυελλώδη σχέση με τον ανθρωπολόγο Gilbert Favre (Thomas Durand) και της εγκατάστασης ενός κέντρου τέχνης σε μία απομακρυσμένη σκηνή στις Άνδεις.

Τα γεγονότα αυτά δείχνονται εις βάθος χωρίς ακολουθία, αν και η ακρίβεια στην επεξεργασία του Andrea Chignoli διασφαλίζει ότι οι σκηνές που διαδραματίζονται με απόσταση ετών καθίστανται διαφωτιστικές παρά ότι προκαλούν σύγχυση με την αντιπαράθεσή τους. Μία ευπρόσδεκτη κωμική ανακούφιση έρχεται το 1962 κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης, στην οποία η Parra διαχειρίζεται με υπομονή τις ειρωνικές ερωτήσεις ενός δεξιού Αργεντινού συνεντευκτή (Luis Machin).

Η Gavilan προσφέρει μία βαθιά αφοσιωμένη με μεγάλο εύρος ερμηνεία η οποία καταφέρνει να είναι έντονη, τολμηρή και λεπτή και όλα αυτά μαζί, και μαρτυρά μία συνειδητοποίηση της σημασίας του να υποδυθεί σωστά την Parra για την χάρη του Χιλιανού κοινού. Το σενάριο επιτρέπει ένα συνολικό πορτραίτο το οποίο απέχει απλά από μία προσωπογραφία. Οι πολλαπλές αντιθέσεις της Parra είναι όλες εκεί: Είναι ξεροκέφαλη, αλλά ανασφαλής, κοινωνική αλλά μοναχική, περιπετειώδης αλλά σπιτόγατα και το πιο κρίσιμο, ποτέ δεν έχει τη δυνατότητα να είναι μια καλή μητέρα για τα παιδιά της. (Η ταινία βασίζεται στις αναμνήσεις ενός από τα παιδιά της, του Angel).

Τυπικό των ταινιών του Wood, η παραγωγή είναι άριστη. Η χρήση των τοποθεσιών είναι ιδιαίτερα δυνατή, και ο φακός του Miguel Joan Littin, παλιός συνεργάτης του Wood, καθιστά το ιδιόμορφο φως και τις αποχρώσεις του σε ένα χωριού που βρίσκεται σε ένα βουνό των Άνδεων ως αξία όπως κάνει και με τις όχθες του Σηκουάνα τη νύχτα. Οπτικά η εικόνα δεν είναι ποτέ βαρετή και κάποιες φορές επιδεικνύει μία τολμηρή αίσθηση δημιουργίας πλαισίου, όπως με μία ερωτική σκηνή γυρισμένη μέσα από τα κενά των παραθυρόφυλλων.

Η ταινία περιλαμβάνει περίπου 20 βασισμένα σε κιθάρα τραγούδια τα οποία αντιπροσωπεύουν μία καλή επιλογή της δουλειάς της Parra, αν και το πιο δημοφιλές της τραγούδι το “Gracias a la vida” λείπει. Το αποκορύφωμα είναι μία καυστική-καίει την ψυχή ερμηνεία του “El gavilan” (Το Σπουργίτι Γεράκι) το οποίο χαρακτηρίζει τη γραμμή στην οποία θα έπρεπε να έχει χτιστεί η ταινία: “Δεν έχω

πουθενά να πάω”.

Από τον Jonathan Holland, Variety

Ενώ μπορεί να μην έχετε ακούσει για τη πασίγνωστη Χιλιανή τραγουδίστρια της φολκλόρ μουσικής και πολιτιστικό είδωλο Violeta Parra, δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Andrés Wood δεν κάνει μία δουλειά που δημιουργεί αίσθηση κάνοντάς μας μία παρουσίαση για εκείνη σε αυτή την εντυπωσιακή, πρόσχαρη ωδή για το έργο της ζωής της. Με την αναδημιουργία μιας από τις τηλεοπτικές της συνεντεύξεις και χρησιμοποιώντας τη ως σημείο αναφοράς προκειμένου να επιλέξει τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής της, ερχόμαστε να μάθουμε τη σχολαστική φλογερή και λυρική ποιότητα με την οποία επέλεξε να ζήσει τη ζωή της, εντρυφώντας στη χαρά της ζωής και του πόνου μιας πληγωμένης καρδιάς.

Ακόμα και αυτοί που μπορεί να μην έχουν ακούσει την ποίηση της Χιλής είναι πιθανόν να εκτιμήσουν μερικές από τις ερμηνείες του έργου της Parra εδώ, που συμπληρώνει αυτό που είναι ένα σίγουρα ανήσυχο κομμάτι της ζωής της και προσφέρει στην ταινία το πιο ευρύ και επιτυχημένο επιχείρημά της.

Η αστρική ερμηνεία της Francisca Gavilán καλύπτει το σύνολο της ψυχής της Parra, και είναι ισχυρή από μόνη της, αντιπαρατίθεται με την αφθονία της τραγωδίας και την ομορφιά του μέγιστου αποτελέσματος, στο όνομα του θανάτου της κόρης της Parra κατά τη διάρκεια της απουσίας της.

Φυσικά, υπάρχει ένας ενσωματωμένος θαυμασμός για την προφορική ιστορία αυτών των παραδοσιακών τραγουδιών, προσπερνώντας τα, έχει σίγουρα μία συναισθηματική ποιότητα, αν και η Violeta είναι επίσης αρκετά ανοιχτόμυαλη ώστε να εκτιμήσει την ανάγκη καταγραφής τους και της διάδοσής τους στον κόσμο, αν και κάποιοι γύρω της κάποιες φορές διαφωνούν. Τα ανακατασκευασμένα τηλεοπτικά βίντεο βοηθούν ώστε να σκιαγραφηθεί ως ένα έξυπνο και πνευματικό πλάσμα, που κάνει μία ειλικρινή συζήτηση για την οικογένεια, την εθνική ταυτότητα και την αγάπη με ενδελεχή γοητεία. Η ιδιότυπη συμπεριφορά της δεν μπορεί παρά να την σκιαγραφήσει ως ένα εκκεντρικό πλάσμα και περιστασιακά λίγο αποκρουστικό.

Οι διάφορες σχέσεις της ταινίας, και ο τρόπος με τον οποίο υπαγορεύουν την πορεία της μουσικής της, αποδεικνύει επιδέξια πώς η ζωή έχει την τάση να μιμείται την τέχνη. Οι τελευταίες αντικρουόμενες σκηνές εκτιμούν αυτή τη δύναμη της μουσικής, ενώ υπονοούν ότι δεν είναι αρκετές για να την ολοκληρώσουν.

Χρειαζόμαστε μία ικανοποιητική προσωπική ζωή επίσης, και δυστυχώς η Violeta το στερήθηκε αυτό μέχρι το τέλος της ζωής της. Η ερωτική απογοήτευση, πράγματι, μπορεί να είναι θανατηφόρος.

Μία πιο απολαυστική διερεύνηση για τη μουσική της Parra παρά για τη ζωή της είναι η πολύ καλή ερμηνεία της Francisca Gavilán, η οποία είναι και η πρωταγωνίστρια.

Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου 2012

Συνήθως δεν κρατώ απόθεμα ταινιών που κερδίζουν βραβεία σε κινηματογραφικά φεστιβάλ, διότι συνήθως εκπροσωπούν μικρό δείγμα συγκεκριμένου είδους κόσμου, αλλά μπορώ σίγουρα να συμφωνήσω με το γεγονός πως η ταινία “ Violeta Went To Heaven” κέρδισε το Βραβείο Grand Jury Prize για Βιογραφίες στο Φεστιβάλ Sundance το 2012. Σας προειδοποιώ όμως ότι η ταινία είναι μία σκληρή και έντονη γροθιά συναισθήματος η οποία θα σας κάνει να προσπαθείτε να συγκρατήσετε τα δάκρυά σας.

Η πραγματική Βιολέτα Πάρρα ήταν μία χιλιανή τραγουδίστρια-στιχουργός η οποία έπαιξε σπουδαίο ρόλο στο ισπανικό μουσικό κίνημα “ Nueva cancion”. Η παραδοσιακή μουσική (folk) ενέπνευσε, και συνήθως χρησιμοποιούνταν για να φέρει κοινωνικές αλλαγές στην Νότια Αμερική, ειδικά τραγούδια όπως της Πάρρα με τίτλο “ Gracias A La Vida”. Η υπόλοιπη οικογένειά της ήταν εξίσου παραγωγική, καθώς η μουσική και η παράδοση συνεχίστηκαν και στην τέταρτη γενιά (Διαβάστε για την οικογένεια της Πάρρα, είναι πολύ ενδιαφέρον!). Δυστυχώς η Πάρρα πέθανε πρόωρα στην ηλικία των 49 ετών δίνοντας τέλος στην ίδια της τη ζωή.

Η βιογραφική ταινία δεν εστιάζει τόσο στην αυτοκτονία, τουναντίον, μας δείχνει τη ζωή της Βιολέτα Πάρρα η οποία την οδήγησε σε αυτό το γεγονός. Με κανένα τρόπο δεν ήταν μία εύκολη ζωή, ξεκινώντας με έναν ταλαντούχο αλλά αλκοολικό πατέρα ο οποίος μετέδωσε το μικρόβιο της μουσικής στην κόρη. Αυτοδίδακτη, παρακολουθώντας τους μεγάλους, η Βιολέτα έκανε περιηγήσεις με την αδερφή της και τον άντρα της σε μία περιοδεύουσα φολκλορική μπάντα. Την φορά που άρχισε να γράφει δικά της τραγούδια και έτσι άρχισε να αποκόπτεται από εκείνους.

Την Βιολέτα υποδύεται απίστευτα η Francisca Gavilan δίνοντας στην Πάρρα την ήσυχη αλλά ταυτόχρονα έντονη δύναμη η οποία ήταν αναγκαία για να ζήσει με μία τέτοια ταραγμένη και τραγική ζωή. Ίσως η καλύτερη σκηνή είναι όταν προσκαλείται να παίξει σε ένα γεγονός της υψηλής κοινωνίας, και λέει στο πλήθος κατηγορώντας τους έναν έναν ότι είναι κουφοί. Επίσης, καλή είναι σε ένα μικρότερο ρόλο η Stephania Barbagelata που υποδύεται την κόρη της Parra, Isabel (η οποία έγινε επίσης τραγουδίστρια της φολκλόρ μουσικής), ένα κορίτσι που αντιμετωπίζει την ξεροκεφαλιά της μητέρας της ενώ της συμπαραστέκεται καθώς η Βιολέτα αρχίζει να χάνει τη δημοτικότητά της.

Η σχεδίαση ήχου είναι άλλος ένας μεγάλος λόγος για να δείτε αυτή την ταινία. Όλα είναι ζωηρά και καθηλωτικά αλλά όχι αδιάκριτα. Ένα παράδειγμα, είναι όταν η νεαρή Βιολέτα τρώει μερικά μούρα και την ακούμε να μασάει και η γεύση από τα μούρα είναι καθαρή και ξεκάθαρη. Άλλο ένα είναι η σιωπή που συνοδεύει τη Βιολέτα και σπάει μόνο από το τρίξιμο ενός παλιού ξύλου.

Τελευταίο, αλλά σίγουρα όχι λιγότερο σημαντικό είναι η μουσική. Μόλις τελείωσα την ταινία, ήμουν πεπεισμένος να πάω σπίτι και να κοιτάξω την συλλογή τραγουδιών της. Έχει μία υπέροχη φωνή με τέτοια ειλικρινές πρώτο θέμα, που τέρπει τα αυτιά σου ενώ παράλληλα απασχολεί το μυαλό σου. Το αγαπημένο μου στην ταινία ήταν η σκηνή με το “Maldigo del alto cielo” (Goddamn the Empty Sky) (Καταραμένος ο άδειος ουρανός), όπου παίζει με τέτοια καυστικότητα , αλλά τελικά θρυμματίζεται σε κομμάτια στο τέλος καθώς η βροχή περνάει από την κορυφή της τέντας.

Σου ραγίζει την καρδιά, αλλά πολύ περισσότερο γιατί είναι μία αυτοβιογραφική ταινία, και όχι μία ταινία μεμψιμοιρίας. Ναι φέρτε μαζί σας ένα κουτί χαρτομάντιλα, αλλά υπάρχουν επίσης μικρά κομμάτια ευτυχίας, και φυσικά, ένα πανέμορφο soundtrack.

Από τον Alexander Hutt

“Violeta Went to Heaven” είναι μία ταινία για την Χιλιανή καλλιτέχνιδα (συνθέτρια, συγγραφέα, μουσικό και εικαστική καλλιτέχνιδα) Violeta Parra η οποία είναι διάσημη για την σύνθεση του κομματιού Gracias a la Vida (Thanks to Life) (Ευχαριστώ τη Ζωή) το οποίο έγινε πάρα πολύ γνωστό από την Mercedes Sosa.

Στην πραγματικότητα γνωρίζω ελάχιστα για την παλαιότερη μουσική της, πόσο μάλλον την φολκλόρ μουσική, έτσι όταν ξεκίνησα το ταξίδι για την ζωή της Violeta Parra, δεν είχα προετοιμαστεί γι΄αυτό. Παίρνοντας το βιβλίο, το οποίο έγραψε ο γιος της Violeta Parra, Ángel Parra, ως βάση, ο σεναριογράφος Eliseo Altunaga και ο σκηνοθέτης Andrés Wood μας πηγαίνουν σε μία μη- χρονολογική ματιά της ζωής της Parra μέχρι την αυτοκτονία της το 1967.

Η ταινία αγγίζει εν συντομία την παιδική της ηλικία και ασχολείται λιγάκι με τη σχέση που είχε η Parra με τα παιδιά της, πώς έφυγε για την Πολωνία για να τραγουδήσει και έμεινε εκεί για περίπου δύο χρόνια μετά το θάνατο του μωρού της, και επικεντρώνεται πολύ στη σχέση της με τον Gilbert Favré, η οποία θα πυροδοτούσε μερικά από τα πιο αναβράζοντα τραγούδια της για την αγάπη και την στενοχώρια. Ωστόσο, είναι το κομμάτι “Arriba Quemando el Sol” (Up There the Sun Burning) (Εκεί που καίει ο ήλιος) που πραγματικά πυροδοτεί το συναίσθημα στον θεατή.

Η Francisca Gavilán ήταν υπεύθυνη για τη δημιουργία αυτού του Χιλιανού προτύπου και ανθρώπου – Πραγματικά της μοιάζει πολύ. Επιδέξια αγκαλιάζει όλη την ταινία και μεταφέρει τις άγκυρές της όπου θέλει να τις πάει ο σκηνοθέτης Wood – δηλαδή ΠΑΝΤΟΥ. Κάποιες στιγμές η ταινία σε μπερδεύει λίγο, αλλά έχει μία συγκεκριμένη μαγική ρεαλιστική ποιότητα. Αν και η ταινία δεν περιέχει φανταστικά στοιχεία, φαίνεται κάπως σαν να μεταφερόμαστε στην παιδική ηλικία της Parra, όταν αυτή την σκέφτεται.

Ο ρυθμός της ταινίας ίσως είναι λίγο αργός για κάποιους, και πράγματι μοιάζει σαν ένα σπίτι σαν ένα σπίτι τέχνης περισσότερο παρά σαν μία εμπορική βιογραφία, αλλά το κυρίως θέμα επαφίεται με τον πιο τέλειο τρόπο στη διάθεση της ταινίας.

Η ταινία “Violeta Went to Heaven” είναι μία τέλεια εισαγωγή στη δουλειά της Parra και πιθανά να δημιουργήσει κάποιους θαυμαστές. Για τους ήδη θαυμαστές της καλλιτέχνιδος, αυτοί ίσως την ελέγξουν λιγάκι πιο εξονυχιστικά, όπως κάνουν όλοι οι φανατικοί θαυμαστές, αλλά για το περισσότερο μέρος νομίζω πως θα αποζημιωθούνε πάρα πολύ από την ποιότητα της παραγωγής και τον χειρισμό της ιστορίας, κάτι που είναι σπάνιο στις βιογραφικού είδους ταινίες.

Από το Yam Magazine

Θαυμάσια και μαγική κινηματογραφία, νατουραλιστικές αναπαραστάσεις ενός “μύθου” που άφησε ιστορία στην πολιτιστική ζωή της Χιλής, 60 χρόνια πίσω. Ο Αντρές Γουντ εμπνέεται από το καλλιτεχνικό χάρισμα της συμπατριώτισσας του Βιολέτα Πάρα και αποκρυπτογραφεί εξαίσια τη σκοτεινή προσωπικότητα της ηρωίδας του, από την εποχή της ανωνυμίας της στην δόξα και στην τραγική της κατάληξη. Πρώτο βραβείο World Cinema στο Φεστιβάλ Σάντανς 2012, και συλλογή σημαντικών βραβείων για την άψογη πρωταγωνίστρια Φρανσίς Γκαβιλάν, με γεμάτες αίθουσες και στις τρεις προβολές του έργου στο Φεστιβάλ Λονδίνου, εκεί που το είδα και εγώ.

Βέβαια η ίδια η ιστορία αποτελεί βούτυρο στο ψωμί για τον νεορεαλιστή δημιουργό, που με το πολύ επιτυχημένο (ακόμα και στην Ελλάδα) “Machuca” του 2004, έβγαλε από την αφάνεια τον λαϊκό πολιτισμό της χώρας του και την τραυματική εμπειρία ενός εθνικού σπαραγμού.

Η Βιολέτα Πάρα, μια σπουδαία τραγουδίστρια και ποιήτρια, μια γνήσια κομουνίστρια, δεν αφόρισε την λαϊκή καταγωγή της ακόμα και την στιγμή που βρέθηκε με δάφνες στα σαλόνια της γαλλικής μπουρζουαζίας. Την ένοιαζε η τέχνη της, και το πάθος της γι’ αυτήν. Μπροστά μας θα περάσει όλη της η διαδρομή και βέβαια η σημαδιακή σχέση με τον πατέρα της που πριν τον θάνατο του, της άφησε σαν παρακαταθήκη μια κιθάρα, το έναυσμα της μετέπειτα λαμπρής της πορείας.

Αλλά όπως συμβαίνει με τις ιδιαίτερες προσωπικότητες, κουβαλούσε μια ψυχική διαταραχή, ίσως μια σοβαρή χρόνια κατάθλιψη που την οδηγούσε συχνά σε βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις.

Ο Γουντ που θεωρείται ο πιο προβεβλημένος Χιλιανός σκηνοθέτης, με πέντε μεγάλου μήκους ταινίες στο ενεργητικό του, θα ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο και θα αφήσει αρχικά ασυμμάζευτα τα διάσπαρτα κομμάτια από τη ζωή της, αλλά  σταδιακά θα τα συνδέσει σε μια διαδικασία κινηματογραφικής συναρμολόγησης άκρως νεωτερική. Θα φωτίσει το κεντρικό πρόσωπο παίζοντας με το βλέμμα της, ήδη από το πρώτο, κοντινό πλάνο, και με διάφορες ομιχλώδεις εικόνες που παραπέμπουν στο δικό της ψυχικό σκοτάδι, θα ξεδιπλώσει την ιστορία, μέσα από διάφορα flashback, όπως περίπου την διηγείται ο γιος της στα απομνημονεύματα του.

Μάστορας του φωτογραφικού φακού, ο Αντρές Γούντ  προσθέτει με τις εικόνες του αισθητική αξία στο φιλμ, οι οποίες λειτουργούν διαρκώς αλληγορικά σαν ένα πέρασμα από την γέννηση, στην κορύφωση και μετά στον θάνατο. Αλλά αν δεν υπήρχε η 39χρονη Χιλιανή ηθοποιός Φρανσίς Γκαβιλάν, που έδωσε το σώμα, τη φωνή και την ψυχή της και αγκάλιασε με τόση πειστικότητα αυτό το ρόλο, ίσως και να περνούσε απαρατήρητο. Εντυπωσιακό και το σάουντρακ, με κομμάτια δικά της που σαφώς είναι αναγνωρίσιμα όπως το “Mersedes Sosa” και το “Gracias ala Vita”.

Κριτική από το www.sevenart.gr

Από τον Bijan Tehrani

Η ταινία “Violeta Parra Went to Heaven” αναφέρεται στη ζωή της υποφαινόμενης, μία Χιλιανή τραγουδίστρια, συγγραφέα, συλλέκτρια, ποιήτρια, γλύπτρια, που έκανε κεραμικά έργα και κεντήματα. Ήταν μία πολύπλευρη καλλιτέχνης, ένα διάσημο είδωλο της τέχνης, ένας θησαυρός των βαθύτερων χιλιανών παραδόσεων και μία γυναίκα με έντονες αντιθέσεις, αλλά μία μοναδική ιδιοφυΐα.

Με πάνω από 3000 τραγούδια και άλλες δουλειές που δίνουν έμπνευση, η Violeta Parra κέρδισε την εκτίμηση της διεθνούς τέχνης και άνοιξε τις πύλες για την νέα μουσική της Χιλής. Διέσωσε την ξεχασμένη μουσική παράδοση, ταξίδεψε σε όλη την Χιλή από το Βορρά έως το Νότο για να γνωρίσει τη φωνή της, να την εξυψώσει και να την σώσει από τα στερεότυπα. Έπειτα την εφηύρε εκ νέου, δημιουργώντας μουσικά αριστουργήματα παρουσιάζοντάς τα σε όλη την χώρα και στον κόσμο. –Δημιουργήστε από αυτό που ήδη υπάρχει ήταν το σλόγκαν της.

Μιλήσαμε με τον Andres Wood, σκηνοθέτη της ταινίας “ioleta Parra Went to Heaven”, για τα γυρίσματα της ταινίας και την ευκαιρία για την υποψηφιότητα στα Βραβεία Όσκαρ 2012.

Bijan Tehrani:

Πώς σας πρωτοήρθε η ιδέα να φτιάξετε την ταινία “Violet Parra Went to Heaven”;

Andres Wood:

H Violetta Para είναι μέρος της παράδοσής μας στην Χιλή, μέρος της καθημερινότητάς μας, κατά κάποιο τρόπο. Αν και την ίδια δεν την γνωρίζουμε σε βάθος, γνωρίζουμε πολύ καλά τη δουλειά της. Μου άρεσε πραγματικά και εκείνη και τα τραγούδια της, έτσι άρχισα να ερευνώ για εκείνη και τα τραγούδια της και εξεπλάγην πως δεν ήταν μία μονοδιάστατη ταινία που γυρίστηκε για τη ζωή της, αν και πέθανε πριν από 45 χρόνια. Όταν ανακάλυψα το βιβλίο του Angel Parra για τη Violeta, με βοήθησε κατά κάποιο τρόπο να δημιουργήσω τη δομή και το πνεύμα της ταινίας, αλλά ήδη είχα το κίνητρο να φτιάξω την ταινία πριν ακόμη διαβάσω το βιβλίο.

Bijan Tehrani:

Πόσο πιστά ακολουθήσατε το βιβλίο του Angel Parra;

Andres Wood:

Η ταινία μου είναι μία ελεύθερη διασκευή του βιβλίου, ακολουθήσαμε το πνεύμα του βιβλίου και για το λόγο αυτό η δομή της ταινίας κινείται ελεύθερα μέσα από τα διάφορα περάσματα της ιστορίας. Υπάρχουν διαφορές από το βιβλίο, αφού εκεί βρίσκεται η οπτική γωνία των πραγμάτων του γιου της Violeta ενώ η ταινία ακολουθεί την οπτική γωνία της ίδιας της Violeta.

Bijan Tehrani:

Τι χρειάστηκε για να καταλάβετε τον χαρακτήρα της Violeta Parra;

Andres Wood:

Κάναμε μεγάλη έρευνα, διαβάσαμε ό,τι είχε γραφτεί για εκείνη και μελετήσαμε τα τραγούδια της. Είχε γράψει μερικά βιβλία και επίσης μελετήσαμε την εικαστική της τέχνη και τα κεντήματά της και μετά από όλη αυτή την μελέτη αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο. Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε μία δομή και μία ταινία βασισμένη στον χαρακτήρα της και περισσότερο βασισμένη στα συναισθήματά της παρά να δημιουργήσουμε μία ρεαλιστική βιογραφική ταινία.

Bijan Tehrani:

Παρακολουθώντας την εν λόγω ταινία ένιωσα πως προσπαθήσατε να παρουσιάσετε την ψυχή της μέσα από μικρά πορτραίτα της πραγματικής της ζωής.

Andres Wood:

Ναι ακριβώς, προσπαθήσαμε να κάνουμε το πορτραίτο μιας καλλιτέχνιδας με τη δική μας καλλιτεχνική φιλοδοξία. Αποφασίσαμε να εδραιώσουμε την ταινία εκείνη τη στιγμή που δεν ξέρεις αν είσαι ζωντανός η νεκρός. Βρήκαμε κάτι πολύτιμο και αποτελεσματικό και θα μπορούσαμε να πούμε μέσα από την αντίδραση του κοινού ότι είχαμε δίκιο.

Bijan Tehrani:

Πώς τα πήγατε με το κάστινγκ για τον πρώτο ρόλο και πώς δουλέψατε με εκείνη;

Andres Wood:

Κάναμε κάστινγκ με ηθοποιούς οι οποίες είχαν μεγάλη εμπειρία, η όλη διαδικασία διήρκησε ένα χρόνο πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα. Τελικά όταν βρήκαμε την Francisca Gavilán, την πρωταγωνίστριά μας, το ταλέντο της και η δουλειά της μας βοήθησαν να χτίσουμε τον χαρακτήρα της Violeta όπως τον είχαμε κατά νου. Δεν σκεφτήκαμε ότι θα έπρεπε να τραγουδήσει τα κομμάτια της Violeta Para, αλλά είχε προετοιμάσει τον εαυτό της γι΄ αυτό το σημείο και έτσι τραγούδησε όλα τα τραγούδια στην ταινία.

Bijan Tehrani:

Υπάρχουν κάποιες σκηνές στην ταινία που είναι ασπρόμαυρες, είναι επανεκτελέσεις ή είναι πραγματικό υλικό αρχείου;

Andres Wood:

Είναι μία μίξη, διότι υπάρχουν πολύ λίγες εικόνες και βίντεο που απέμειναν από την Violetta Parra, χρησιμοποιήσαμε μέρη από ένα ντοκιμαντέρ που είχε γυριστεί για το σόου της και γυρίσαμε και δικό μας υλικό επίσης.

Bijan Tehrani:

Τι απήχηση είχε η ταινία στην Χιλή και σε άλλα κινηματογραφικά Φεστιβάλ;

Andres Wood:

Η προβολή της ταινίας στην Αμερική θα σηματοδοτήσει την διεθνή πρεμιέρα της Violeta. Αλλά αυτή η ταινία έχει παιχτεί στην Αργεντινή και στη Χιλή. Στη Χιλή είχαμε μόνο 17 αντίγραφα της ταινίας και θέλαμε 20, αλλά η ταινία πήγε καλά στα box office και είχε το καλύτερο box office της Χιλής τα τελευταία 7 χρόνια. Στην Αργεντινή η αντίδραση του κοινού ήταν πολύ καλή επίσης και είμαστε πολύ χαρούμενοι τώρα που είμαστε στο Sundance γιατί διασχίζουμε τον λατινικό κόσμο.

Bijan Tehrani:

Πώς σας ήρθε η ιδέα με το οπτικό στυλ της ταινίας, εργαστήκατε στενά με τον DP της ταινίας, Miguel Ioan Littin ή ή είχατε ένα όραμα στο μυαλό σας πριν από τα γυρίσματα;

Andres Wood:

Είναι ένα μίγμα, ήδη δουλεύαμε ως ομάδα, έχω κάνει αρκετές ταινίες με τον Miguel Ioan Littin και τον Rodrigo Bazaes, τον παραγωγό και τον σεναριογράφο μας. Συνήθως κοιτάμε μπροστά για το χτίσιμο μιας ταινίας και έπειτα προσθέτουμε στρώματα σε αυτή. Η ομάδα μας κατάφερε να στρέψει την προσοχή στα προσόντα και να επιλέξει το στυλ της κίνησης της κάμερας, αλλά ο τρόπος μας με τον οποίο δουλέψαμε σε αυτή την ταινία ήταν μία μίξη προετοιμασίας και αυτοσχεδιασμού, δεν υπήρχε καθορισμένο σχέδιο.

Bijan Tehrani:

Ποια ήταν η αντίδραση της ανθρώπων για την Francisca Gavilán που υποδύεται την Violeta;

Andres Wood:

Για εμάς το να βρούμε την κατάλληλη ηθοποιό που θα υποδυόταν την Violeta ήταν το πιο σημαντικό και το πιο δύσκολο καθήκον που είχαμε. Ειδικά, το να διαλέξεις κάποια που το κοινό της Χιλής να την πιστεύει ως Violeta. Χρειαζόμασταν κάποια με την ενέργεια της Violeta και η Francisca Gavilán ταίριαζε τέλεια και θύμιζε τόσο από αυτά που θυμόμαστε για τη Violeta που μερικοί άνθρωποι νόμιζαν πως αυτή η ταινία είναι ένα ντοκιμαντέρ και άλλοι που την είχαν συναντήσει προσωπικά ή είχαν δουλέψει μαζί της, συγκινήθηκαν πολύ και μετά από λίγο όταν έβλεπαν την ταινία ξεχνούσαν πως αυτή είναι μία ηθοποιός που υποδύεται τη Violeta. Η παράσταση της Francisca έτυχε θετικής υποδοχής από όλους, ακόμα και από αυτούς τους κριτικούς που δεν τους άρεσε πολύ η ταινία, λάτρεψαν την πολύ καλή δουλειά που έχει κάνει.

Bijan Tehrani:

Αναφέρατε πως η Francisca πραγματικά τραγουδάει τα τραγούδια στην ταινία, πόσο κοντά ήταν η φωνή της με αυτή της Violeta;

Andres Wood:

Δεν ήταν αρκετά παρόμοια, αλλά σας λέω ξανά ότι η ταινία μας είναι πάνω στο πνεύμα εκείνης, δεν θέλαμε να την αναδημιουργήσουμε εντελώς, αντ΄αυτού θέλαμε να δημιουργήσουμε την δική μας εκδοχή της Violeta. Ποτέ δεν την συνάντησα προσωπικά, συνεπώς δεν την γνώριζα και το γεγονός αυτό, μας έδωσε πραγματικά την ευκαιρία να έρθουμε πιο κοντά στην ψυχή της από το να φτιάξουμε απλά το προφίλ της.

Bijan Tehrani: 

Πώς βλέπετε τις πιθανότητές σας να πάρετε υποψηφιότητα στα Βραβεία Όσκαρ 2012 στην κατηγορία Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία;

Andres Wood:

Είναι πάντα δύσκολο να πάρεις υποψηφιότητα και χρειάζεσαι αρκετή τύχη. Αλλά λαμβάνοντας υπόψη τον τύπο του χαρακτήρα που έχουμε ως κεντρικό σημείο στην ταινία και την απίστευτη και συγκινητική ερμηνεία της Francisca Gavilán και όλη αυτή την απήχηση που είχε η ταινία στο κοινό, νομίζω ότι έχουμε μία ευκαιρία. Μπορεί να μην έχουμε μεγάλο προϋπολογισμό για να προωθήσουμε την ταινία, αλλά νομίζω ότι θα έχουμε μία ευκαιρία.

Bijan Tehrani:

Πόσο νομίζεις ότι μία πιθανή υποψηφιότητα θα σε βοηθήσει σε μελλοντικές σου ταινίες;

Andres Wood:

Είμαι σίγουρος ότι θα βοηθήσει τον χιλιανό Κινηματογράφο, και θα βοηθήσει αυτή την ταινία, θέλουμε να προβληθεί η ταινία όσο το δυνατόν περισσότερο, γιατί είμαστε πολύ περήφανοι γι΄αυτή και η Violetta Para είναι μέρος της κληρονομίας του παρελθόντος μας και είναι ζωτικής σημασίας για την Χιλιανή κουλτούρα όπως και για την Λατινική Αμερικάνικη κουλτούρα.

Bijan Tehrani:

Έχετε προσχεδιάσει κανένα πρότζεκτ;

Andres Wood:

Πάντα προσπαθώ να κάνω κάτι διαφορετικό απ΄ότι είχα κάνει στις προηγούμενες μου ταινίες, η ταινία “ Violeta Parra Went to Heaven ”, ήταν ένα μεγάλο βήμα για μένα ως σκηνοθέτης και για το λόγο αυτό περιμένω να δω τι με περιμένει στη συνέχεια.

ΟAndrés Wood γεννήθηκε το 1965 στη Χιλή. Μετά από τις σπουδές του στα Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Χιλής έφυγε για την Νέα Υόρκη, όπου παρακολούθησε μαθήματα κινηματογραφίας. Όταν επέστρεψε στη Χιλή γύρισε την πρώτη του ταινία με τίτλο “Historias de fútbol” η οποία ήταν μεγάλη επιτυχία στα box office.

1994 Reunión de familia (short)

2004 Machuca

1997 Historias de fútbol

2008 La buena vida

1999 El desquite

2011 Violeta se fue a los cielos

2001 La fiebre del loco

ΗVioleta Parra γεννήθηκε στο San Carlos, στην περιοχή της Chillαn, στη Νότια Χιλή. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής της μουσικής, η μητέρα μια αγρότισσα που έπαιζε ερασιτεχνική κιθάρα και τραγουδούσε. Ήταν εννέα αδέρφια και έζησαν την παιδική τους ηλικία στην εξοχή.

Στα εννέα της χρόνια άρχισε κιθάρα και τραγούδι. Στα δώδεκα συνέθεσε τα πρώτα της τραγούδια. Εκπαιδεύτηκε σαν καθηγήτρια στη Σχολή του Σαντιάγο, ενώ παράλληλα την ίδια εποχή είχε ήδη συνθέσει μπολέρος, κορρίδος και μουσική για τραγούδια. Δούλευε σε μπαρ, σε τσίρκο, σε σκηνές ψυχαγωγίας και σε μικρές αίθουσες της περιοχής.

Το 1952 παντρεύτηκε με τον Luis Cereceda. Από αυτό το γάμο γεννήθηκαν η Isabel και ο Angel, με τους οποίους αργότερα θα παρουσιάσει μεγάλο μέρος της μουσικής δουλειάς της.

Στις αρχές του 1952, η Violeta, παρακινούμενη από τον ποιητή αδερφό της Nicanor Parra, αρχίζει να διασχίζει περιοχές της επαρχίας ηχογραφώντας και συλλέγοντας φολκορική μουσική. Αυτή η έρευνα την οδηγεί ν’ ανακαλύψει την ποίηση και τα λαϊκά τραγούδια από διάφορες γωνιές της Χιλής. Παρασκευάζει έτσι μια πολιτιστική σύνθεση της Χιλής και αναδύεται η παράδοση ενός απέραντου πλούτου που ήταν μέχρι τότε κρυμμένος. Είναι εδώ που αρχίζει η πάλη της με τα στερεότυπα οράματα της Λατινικής Αμερικής και μετατρέπεται σε αντικαταστάτρια και κατασκευάστρια της αυθεντικής λαϊκής κουλτούρας.

Συνθέτει τραγούδια, μουσική ορχηστρική και είναι ζωγράφος, γλύπτρια, κεντήστρα, κεραμίστρια με «αυτό που υπάρχει» περνώντας στα μέτρα της δικής της διάθεσης αντί μια τεχνική ή ένα κατασκευασμένο άλλο είδος.

Το 1954 η Violeta Parra ταξιδεύει καλεσμένη στην Πολωνία, διασχίζει τη Σοβιετική Ένωση και την Ευρώπη παραμένοντας δύο χρόνια στη Γαλλία. Εκεί ηχογραφεί τα πρώτα LP με αυθεντικά, φολκλορικά τραγούδια. Έχει επικοινωνία με καλλιτέχνες και διανοούμενους Ευρωπαίους και επιστρέφοντας στη Χιλή συνεχίζει την κατασκευαστική της παραγωγή. Το 1958 εισβάλλει στην Κεραμική και αρχίζει να κεντά τσουβάλια και άλλα χοντρά υφάσματα. Ταξιδεύει στο βορρά καλεσμένη από το Πανεπιστήμιο όπου οργανώνει ρεσιτάλ, ομιλίες για την παράδοση, γράφει και ζωγραφίζει. Επιστρέφοντας στο Santiago η Violeta εκθέτει τα λάδια της στο Φεστιβάλ Γλυπτικής Τέχνης στον ελεύθερο αέρα. Στα επόμενα χρόνια συνεχίζει την καριέρα της ακούραστη.

Το 1961 η Violeta αρχίζει μια περιοδεία με τα παιδιά της καλεσμένη στο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Φινλανδία. Ταξιδεύουν στη Σοβιετική Ένωση, Γερμανία, Ιταλία και Γαλλία όπου παρέμειναν στο Παρίσι για τρία χρόνια. Πρωταγωνίστησαν σε μπουάτ στο Καρτιέ Λατέν και σε προγράμματα για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Πρόσφεραν ρεσιτάλ στην Ουνέσκο και θέατρο για τα Ηνωμένα Έθνη. Πραγματοποίησαν μια σειρά κονσέρτων στη Γενεύη και εκθέσεις των έργων τους στην Γλυπτική.

Το 1964 εκθέτει τις «arpilleras» τα κεντημένα εργόχειρα πάνω σε λινάτσες, ελαιογραφίες στην Pavillon de Marsan, καθιστώμενη έτσι ως η πρώτη Λατινοαμερικάνα που εκθέτει ατομικά.

Το 1965 ταξιδεύει στην Ελβετία όπου κινηματογραφεί ένα ντοκυμαντέρ που τη δείχνει σε όλο της το μεγαλείο. Επιστρέφει στη Χιλή και τραγουδά με τα παιδιά της στην Peρa de Los Parras, στην οδό Carmen 340 στο Santiago. Εγκαινιάζει το Κέντρο της Τέχνης σε μια σκηνή και ηχογραφεί δίσκους ορχηστρικής μουσικής.

Ταξιδεύει στη Βολιβία το 1966 και προσφέρει κονσέρτα στις περιοχές της Νότιας Χιλής. Συνεχίζει ηχογραφώντας συνοδευόμενη από τα παιδιά της. Επιστρέφει στο Santiago για να συνεχίσει τη δουλειά της στη Σκηνή ( La Carpa), ηχογραφώντας εκεί τα τελευταία της τραγούδια….

Η Violeta Parra έθεσε τέρμα στη ζωή της (αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι) το 1967 μετά το χωρισμό της από τον Gilbert Favre.

Trailer & Φωτογραφίες

2018-04-23T01:39:16+00:00