“Το αίμα του ποιητή” του Ζαν Κοκτώ

Σκηνοθεσία: Jean Cocteau

Σενάριο: Jean Cocteau

Μουσική : Georges Auric

Διάρκεια: 55′

Έτος: 1930

Πρωταγωνιστούν: Enrique Rivero, Elizabeth Lee Miller, Pauline Carton, Odette Talazac

Το «Αίμα του ποιητή» είναι χωρισμένο σε επεισόδια, κάποια από αυτά ενώνονται, κάποια όχι. Πιθανώς το πιο γνωστό είναι αυτό που απεικονίζει ένα διάσημο ποιητή ο οποίος προχωρώντας σε ένα διάδρομο ξενοδοχείου, σταματάει στις πόρτες των δωματίων και κοιτάζει μέσα από τις κλειδαρότρυπες. Αντικρίζει μια σειρά από tableaux vivants. Ένας από αυτούς δείχνει ένα παιδί που βασανίζει την κουβερνάντα του σκαρφαλώνοντας στον τοίχο. Ένας άλλος μια ομάδα Μεξικανών τυφεκιοφόρων που σκοτώνουν το θύμα τους μόνο και μόνο για να επανέλθει στη ζωή με μια αναπήδηση. Ο τρίτος, ένα σκοτεινό χώρο μέσα στον οποίο ένας άνδρας και μια γυναίκα γράφουν παρατηρήσεις ο ένας για τον άλλο ενώ αγκαλιάζονται.

Το έργο έχει πολλές ομοιότητες με τον «Ανδαλουσιανό σκύλο» του 1929. Η ομοιότητα του με την ταινία του Buñuel και του Dali οδήγησε τους σχολιαστές της εποχής να το χαρακτηρίσουν «σουρεαλιστικό». Αυτό ενόχλησε ιδιαίτερα τον Andre Breton, ηγέτη των σουρεαλιστών με ιδιαίτερα σκληροπυρηνικές απόψεις. Ο Cocteau υποδυόταν ότι είχε προσβληθεί επίσης από αυτό το χαρακτηρισμό, αν και μάλλον ευχαριστιόταν με το γεγονός της ενόχλησης του Breton.

Το «Αίμα του ποιητή» είναι ταυτόχρονα επανάληψη και νέα αρχή για τον δημιουργό του. Αν ειδωθεί στα πλαίσια της προηγούμενης δουλειάς του Cocteau, μπορεί να θεωρηθεί ανθολογία από αγαπημένα του θέματα και σκηνές, περιλαμβάνοντας καθρέφτες (ναρκισσισμός), μάτια (ηδονοβλεψία), αγάλματα (κλασικισμός), πόρτες (τα όρια ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους) και αίμα (τα βάσανα του καλλιτέχνη). Επίσης η ταινία εμπεριέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία καθώς και αναφορές στις προηγούμενες δουλειές του. Άλλες προφανείς, (ο χιονοπόλεμος από τα «Τρομερά παιδιά»), και άλλες κωδικοποιημένες, (η μαγική «μεταφορά» του ποιητή σε παράλληλους κόσμους). Αν ειδωθεί στα πλαίσια της μετέπειτα καριέρας του, μπορεί να θεωρηθεί τετράδιο σημειώσεων για μελλοντικές ταινίες, καθώς πολλές από τις τεχνικές οι οποίες αργότερα έγιναν σήμα κατατεθέν του Cocteau δοκιμάστηκαν εδώ για πρώτη φορά. Η χρήση της αργής και της ανάποδης κίνησης, η ύπαρξη αφηγητή, και το πιο γνωστό εφε της ταινίας, το χτίσιμο των τοίχων στο πάτωμα του στούντιο. Ο Cocteau κινηματογραφώντας από μπροστά τους ηθοποιούς του που σέρνονταν στο πάτωμα, δημιουργούσε την εντύπωση πως οι τοίχοι στο φανταστικό κόσμο ήταν σαν μαγνήτες και μπορούσε κάποιος να σκαρφαλώσει πάνω τους. Το συγκεκριμένο εφε ήταν ομολογουμένως πολύ τρομαχτικό αλλά ο σκηνοθέτης το χρησιμοποιούσε συνέχεια γιατί του άρεσε πολύ. Τελικά είναι δύσκολο να μη συμφωνήσουμε με την ίδια την κριτική του Cocteau για την ταινία του, ως ένα θέμα «..αδέξια παιγμένο με ένα δάχτυλο», που όμως τελειοποίησε στον «Ορφέα». Παρόλη την αδεξιότητα της ταινίας, η σχεδόν παιδική απόλαυση που αντλούσε ο Cocteau από τις δυνατότητες του πρωτόγνωρου για εκείνον μέσου, δίνουν στο «Αίμα του ποιητή» μια ενέργεια και ένα παιχνίδισμα που μόνο ο Buñuel και ο Dali μπορούσαν να ξεπεράσουν.

Ο Cocteau δεν σκηνοθέτησε άλλη ταινία για τα επόμενα 16 χρόνια. Ο ίδιος σχολιάζοντας αυτό το κενό, έγραψε: «Το γεγονός ότι άφησα είκοσι χρόνια να περάσουν ανάμεσα σε αυτή την ταινία- την πρώτη μου- και τις άλλες, δείχνει ότι τη θεώρησα περισσότερο ως ποίημα ή πίνακα, ένα ποίημα ή έναν πίνακα τόσο ακριβό που δεν μπορούσα να συλλογιστώ καν τη δημιουργία παραπάνω από ενός». Οι δηλώσεις του Cocteau ότι δεν σκέφτηκε να γυρίσει δεύτερη ταινία είναι ανεπαρκείς. Φοβήθηκε από τα αντιφατικά αισθήματα που προξένησε η ταινία του; Σκέφτηκε κάποιο καινούριο σχέδιο αλλά δεν κατάφερε να βρει χρηματοδότηση; Ένιωσε πως είχε χρησιμοποιήσει όλες του τις κινηματογραφικές τεχνικές; Ή απλά δεν ενδιαφερόταν ακόμα για τις ταινίες; Μπορούμε μόνο να υποθέτουμε.

Το «Αίμα του ποιητή» είναι η τελευταία «αμφισβητούμενη» δουλειά του Cocteau. Καθώς το διπλωματικό κλίμα σκοτείνιαζε στη δεκαετία του ’30 και η avant garde γινόταν όλο και πιο πολιτικοποιημένη, ο δημιουργός στράφηκε στη Γαλλική λογοτεχνία και κατάφερε να καθιερωθεί. Εξελίχθηκε σε έναν παραγωγικό αρθρογράφο και έγραψε μια σειρά από κλασσικά μελοδράματα όπως το πολύ πετυχημένο «Οι τρομεροί γονείς». Με το τέλος της δεκαετίας, ο Cocteau, ο avant garde προβοκάτορας είχε γίνει ο Cocteau, ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας.

Η σκιά, σαν αυτή που βλέπουμε στη δεύτερη από τις έξι σεκάνς, ίσως είναι το καταλληλότερο σύμβολο για να περιγράψει την Τέχνη. Η σκιά αποτελεί την αβίαστη και καταναγκαστική συνάμα μεταμόρφωση της τρισδιάστατης πραγματικότητας σ’ ένα δισδιάστατο σχέδιο. Παραλλαγμένο με ελαφρύ ή τερατώδη τρόπο. Κατά αντιστοιχία λειτουργεί και η καλλιτεχνική διαδικασία. Η Τέχνη (εκ)πορεύεται αβίαστα και καταναγκαστικά με πρωτογενή υλικά αυτά της πραγματικότητας και της καθημερινής ζωής. Ο δημιουργός, σε όποιο καλλιτεχνικό πεδίο και αν δραστηριοποιείται, αναλαμβάνει χρέη γλύπτη. Πλάθει την πραγματικότητα καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των εσωτερικών προβολών, των ερεθισμάτων και των ανησυχιών του. Παράγοντας εξ’ ολοκλήρου έναν νέο κόσμο. Ένα ελαφρά ή καθολικά αντεστραμμένο γλυπτό της πραγματικότητας.

Η Τέχνη ορίζει έναν νέο κόσμο. Ο χώρος και ο χρόνος αποκτούν άλλες διαστάσεις. Το κενό και το άδειο ενέχουν άλλο νόημα. Θα παρατηρήσουμε μια μυθική σκηνή, όπου πολυβόλα στραμμένα στο κενό φτύνουν σφαίρες σε συντεταγμένες διαφορετικές από αυτές που συντάσσεται το κυρίως υποκείμενο. Και όμως το καθηλώνουν νεκρό στο έδαφος. Ο χρόνος γνωρίζει κινήσεις επάλληλες και αντίστροφες, ρέοντας σε μια χαοτική αναρχία. Ενώ τα πρόσωπα και τα σώματα αλλοιώνονται απ’ τη λάβα του ποιητή που τα κουρσεύει συθέμελα! Μόνο το αίμα του ποιητή, μέχρι σταγόνας τελευταίας, χρειάζεται για να αποκτήσει πνοή ο χωροχρόνος της Τέχνης.

Ο Cocteau θα προβεί σε μια ακόμα πολύ ενδιαφέρουσα δήλωση. Αυτή της Τέχνης ως το αντίθετο της καταστροφής. Όπως βλέπουμε το κυρίως καλλιτεχνικό κείμενο αναπτύσσεται μεταξύ μιας όμοιας σκηνής καταστροφής(κατεδάφιση καμινάδας) που επαναλαμβάνεται κατά το άνοιγμα και την πτώση της αυλαίας. Η καταστροφή, που ενυπάρχει τραυματικά στο καλλιτεχνικό κείμενο, δηλώνεται ως μια δράση αντίρροπη της αιωνιότητας και της αθανασίας. Ως αιωνιότητα δεν νοείται ένας αέναος χρόνος. Αλλά ένας στιγμιαίος τόπος απεραντοσύνης. Μια θάλασσα αδιάστατη. Τέτοια που να εμπεριέχει το σύμπαν στην ολότητά του. Μια τέτοια απεραντοσύνη συναντάται στην Τέχνη του Cocteau, όπου το καλλιτεχνικό κείμενο δε γνωρίζει περίγραμμα. Και μορφώνεται ως μια δυναμική αντανάκλαση του αναγνωστικού κοινού. Μια συγκοινωνούσα και μη πεπερασμένη αντανάκλαση που αχρονικά, ως καθρέφτης έτερων υπάρξεων, τείνει προς το άπειρο της συμπαντικής ολότητας.

Όταν ο Cocteau έκανε αυτή την ταινία ήταν ήδη καταξιωμένος ποιητής, συγγραφέας, δραματουργός και εικαστικός καλλιτέχνης. Η ταινία βασίζεται στη δική του προσωπική μυθολογία. Αποτελεί το ρομαντικό πορτραίτο του καλλιτέχνη, του ποιητή στην προκειμένη περίπτωση, ο οποίος επιθυμώντας την αθανασία και δέσμιος της ίδιας του της δημιουργικότητας, πρέπει να περάσει μέσα από τον καθρέφτη-την έμπνευση και τη δημιουργία- σε έναν απόκοσμο προσωπικό ονειρικό κόσμο. Με αυτή του την ταινία ο Cocteau πλησιάζει όσο πιο κοντά γίνεται τον κινηματογράφο με την ποίηση.

2018-04-23T01:39:15+00:00